ζεύω

ζεύω
(αόρ. έζεψα, παθ. αόρ. (ε)ζεύτηκα, μετχ. парк, ζεμένος) 1. μετ.
1) запрягать, закладывать; впрягать; 2) перен. запрягать (в работу);

ζεύομαι перен. — запрячься, засесть за работу


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ζεύω" в других словарях:

  • ζεύω — ζεύω, έζεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ζεύω — και ζέβω και ζεύγω (Μ ζεύω) ενώνω τοποθετώντας κάτω από τον ζυγό νεοελλ. 1. φρ. α) «ζεύω στη δουλειά» εξαναγκάζω κάποιον να εργαστεί β) «ζεύομαι στη δουλειά» στρώνομαι στη δουλειά, ασχολούμαι εντατικά με κάποια εργασία. [ΕΤΥΜΟΛ. Προέρχεται… …   Dictionary of Greek

  • ζεύω — έζεψα, ζεύτηκα, ζεμένος 1. θέτω στο ζυγό: Έζεψε τα βόδια. – Έζεψε το κάρο. 2. εξαναγκάζω κάποιον να εργαστεί: Τον έζεψε στη δουλειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζέφω — και ζένω 1. βρομώ, ζέχνω 2. ζεύω, βάζω στον ζυγό («ζέφω το βόδι»). [ΕΤΥΜΟΛ. Για το ρ. ζέφω ή ζένω με τη σημ. 1 βλ. λ. ζέχνω, ενώ με τη σημ. 2. πρόκειται για σχηματισμό κατά τα ρήματα σε φω (πρβλ. γράφω, τρέφω κ.ά.) τού ρ. ζεύω] …   Dictionary of Greek

  • μεταζεύγνυμι — (ΑM) λύνω άλογο από τον ζυγό και τό ζεύω σε άλλη άμαξα («ὁμοῡ δὲ τοῡ ἀγῶνος ὄντος οὐδενὶ ἅρματι ἔτι καιρὸς τοὺς ἵππους μεταζευγνύναι», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + ζεύγνυμι «ζεύω»] …   Dictionary of Greek

  • παραζεύγνυμι — και παραζευγνύω ΜΑ ζεύω μαζί αρχ. 1. ενώνω κάποιον μαζί με άλλον, παντρεύω («χρηστῷ πονηρὸν λέκτρον παραζευγνύναι», Ευρ) 2. τοποθετώ πολύ κοντά σε κάποιον («φρουρὼ παραζεύξασα φύλακε σώματος», Ευρ.) 3. συντροφεύω, ζευγαρώνω («παραζευγνυμένων… …   Dictionary of Greek

  • περιζεύγνυμι — Α ζεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ζεύγνυμι «ζεύω»] …   Dictionary of Greek

  • άζευτος — η, ο [ζεύω] 1. αυτός που δεν ζεύχθηκε, που δεν τέθηκε κάτω από ζυγό ή δεν είναι επιδεκτικός ζεύξεως, άγριος, ατίθασος 2. (για άλογα) ελευθερωμένος από ζυγό, ξέζευτος, ξεζεμένος 3. (για χωράφια) αζευγάριστος, ανόργωτος …   Dictionary of Greek

  • αναζεύγνυμι — ἀναζεύγνυμι και νύω (ΑΜ) μσν. (για αρχηγό στρατού) γυρίζω πίσω, επιστρέφω με το στράτευμα μου αρχ. 1. (για στρατό) ζεύω πάλι τα υποζύγια, ξεκινώ, αναχωρώ 2. (για πλοία) ξεκινώ, αποπλέω 3. διαλύω, μετακομίζω το στρατόπεδο 4. φρ. «ἀναζεύγνυμι διά… …   Dictionary of Greek

  • ενζεύγνυμι — ἐνζεύγνυμι και ἐνζευγνύω και ποιητ. τ. ἐνιζεύγνυμι, ἐνιζευγύω (Α) [ζεύγνυμι] 1. δένω με δεσμά, προσδένω, εμπλέκω, σφιχτοδένω 2. (ειδ.) ζεύω, βάζω στον ζυγό («ἐνιζευχθέντες ταῡροι», Απολλ. Ρόδ.) 3. μτφ. μπερδεύω, δένω κάποιον, τόν εμπλέκω μέσα σε… …   Dictionary of Greek

  • επιζεύγνυμι — ἐπιζεύγνυμι και επιζευγνύω (Α) 1. συνδέω στην άνω πλευρά («τοὺς κίονας τοῑς ἐπιστυλίοις ἐπέζευξεν», Πλούτ.) 2. δένω σφιχτά 3. δένω (τον ζυγό) 4. συνάπτω 5. περιλαμβάνω, περικλείω 6. (το ουδ. μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) τὸ έπεζευγμένον η ελάσσων… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»